Το Χάσμα του Έπους είναι γνωστό στους σπηλαιολόγους ως ένα από τα βαθύτερα, επιβλητικότερα, και πιο δυσπρόσιτα βάραθρα στον ελλαδικό χώρο.
Οι πληροφορίας μας ήταν λίγες και συγκεχυμένες, κυρίως από ξένες αποστολές της δεκαετίας του 70 και του 80, από τις οποίες αντλήσαμε στοιχεία και χαρτογραφήσεις. Το βάραθρο είχε να αρματωθεί δεκαετίες κάτι το οποίο μας κίνησε ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον. Ουσιαστικά πρόκειται για δύο καταβόθρες(Χάσμα Ι, Χάσμα ΙΙ) που αναπτύσσονται παράλληλα με απόσταση λίγων μέτρων, αποτελώντας ένα ενιαίο σύστημα.
Η αποστολή του ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο απαρτίστηκε από δεκατρία μέλη, διήρκησε τέσσερις μέρες, και παρόλο που τα μετεωρολογικά δελτία ήταν δυσοίωνα ο καιρός μας έκανε το χατίρι και δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε βροχές.
Σημαντικοί παράγοντες που συνέβαλλαν στο θετικό αποτέλεσμα της αποστολής ήταν η χρήση υποζυγίων για τη μεταφορά του εξοπλισμού από και προς το οροπέδιο της Αστράκας, και η ύπαρξη πόσιμου νερού πολύ κοντά στο βάραθρο.
Το Χάσμα ΙΙ αρματώθηκε χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, είναι σχεδόν μονοκόμματο με δυο μόνο πατάρια, και καταλήγει σε μεγάλη λίμνη με μη προσπελάσιμες όχθες.
Φωτογραφήθηκε, βιντεοσκοπήθηκε, και χαρτογραφήθηκε εκ νέου, επαναπροσδιορίζοντας το βάθος του στα -426μ μέχρι την επιφάνεια της λίμνης. Τοποθετήθηκαν συνολικά 23 αγκυρώσεις και χρησιμοποιήθηκαν 550μ σχοινί.
Η ικανοποίηση μας για την εκπλήρωση του ιδιαίτερου αυτού εγχειρήματος ήταν μεγάλη, και δόθηκε η αφορμή να τεθεί επόμενος στόχος το Χάσμα Ι, για να μελετηθεί και να εξερευνηθεί το σύστημα στο σύνολο του.
Για τον ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο
Καρατζήμας Γιώργος
