ΣΠΕΛΕΟ ·Αρχείο |
Γεωμορφολογική μελέτη του υποθαλασσίου καρστικού συστήματος του υπογείου ποταμού «Δράκος», Μεσσηνιακής Μάνης |
Αρχική σελίδαΟ σύλλογος
Νέα
ΣπηλαιολογίαΑρχείο
Σύνδεσμοι
Φωτογραφίες
Επικοινωνία:ΣΠΕΛΕΟ Νεοφύτου Μεταξά 26 τηλ.: 210 64 38 308 fax: 210 64 38 308
Ώρες λειτουργίας:κάθε Τετάρτη απο τις 20:30 έως 23:00
|
Γεωμορφολογική μελέτη του υποθαλασσίου καρστικού συστήματος του υπογείου ποταμού «Δράκος», Μεσσηνιακής Μάνης Ισίδωρος Καμπόλης, 2007 Διαβάστε όλο το κείμενο της διπλωματικής (pdf ~11MB)
Εισαγωγή Η παρούσα διπλωματική εργασία με τίτλο "Γεωμορφολογική μελέτη του υποθαλασσίου καρστικού συστήματος, του υπογείου ποταμού «Δράκος», Μεσσηνιακής Μάνης" πραγματοποιήθηκε κατά το ακαδημαϊκό έτος 2006 – 2007, στο Γεωλογικό τμήμα, του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σκοπός της διπλωματικής εργασίας αποτέλεσε η μελέτη του υπόγειου ποταμού «Δράκος», του Αγίου Δημητρίου, του Δήμου Λεύκτρου, της Μεσσηνιακής Μάνης και η κατανόηση της εξέλιξής του κατά την περίοδο του Τεταρτογενούς.
Ο υπόγειος ποταμός του «Δράκου» δεν αποτελεί αυτόνομο καρστικό σύστημα αλλά συνδέεται με ένα άλλο μεγάλο κι αξιόλογο σπήλαιο της περιοχής, το σπήλαιο «Σελινίτσα» ή Καταφύγι». Το σύνθετο αυτό σύστημα εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο από γεωμορφολογικής πλευράς, όσο κι από σπηλαιολογικής, καθώς τα υποβρύχια τμήματά του παραμένουν ακόμη ανεξερεύνητα.
Η έρευνα επικεντρώθηκε ουσιαστικά σε δυο σημεία, αφ’ ενός στην κατανόηση της γεωμορφολογίας της εν λόγω περιοχής με τη μελέτη των υδρογραφικών δικτύων της κι αφ’ ετέρου στην μελέτη των χαρτογραφήσεων των σπηλαίων. Τα δεδομένα που συλλέχθησαν κι από τα δύο σκέλη της έρευνας συμφώνησαν απόλυτα.
Περίληψη
Η είσοδος του ποταμού με προσανατολισμό Β07οΔ, απαντά στα – 10 μ. από τη θαλάσσια στάθμη και το βαθύτερό του τμήμα φθάνει τα - 56 μ. Η ανάπτυξη των περασμάτων του σπηλαίου πραγματοποιείται σε τρία επίπεδα, συνολικού μήκους 1 χλμ. Διαμέσου μιας στενής καμινάδας, 20 μ. που εντοπίζεται στο βαθύ τμήμα του τρίτου επιπέδου του «Δράκου», ο υπόγειος ποταμός συνδέεται με το σπήλαιο της «Σελινίτσας».
Η είσοδος του σπηλαίου της «Σελινίτσας» απαντάται σε απόσταση 500 μ. από το «Δράκο», επί της ακτογραμμής και σε απόλυτο υψόμετρο 2 μ. περίπου. Ο προσανατολισμός της εισόδου του σπηλαίου είναι Β25οΑ και είναι προσβάσιμο από τη χέρσο.
Το σύνθετο καρστικό σύστημα «Δράκου – Σελινίτσας» είναι προς το παρόν 4 χλμ. περίπου (σύμφωνα με χαρτογραφήσεις του ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο.) και αναπτύσσεται αποκλειστικά σε ασβεστολιθικά πετρώματα του αν. Σενωνίου – αν. Ηωκαίνου, της ενότητας της Μάνης. Η σύνδεση των δυο σπηλαίων πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο του Ολοκαίνου και η υδρολογική του λειτουργία εμφανίζεται ως εξής:
Τα νερά που αποστραγγίζονται από την επιφανειακή περιοχή άμεσης τροφοδοσίας της «Σελινίτσας», καθώς κι αυτά που καταλήγουν στο εν λόγω σπήλαιο από τις τεκτονικές ασυνέχειες της περιοχής, ρέουν διαμέσου της «Σελινίτσας» προς το «Δράκο», όπου κι εκφορτίζονται στα – 10 μ. υπό τη στάθμη της θάλασσας. Κατά την εκφόρτιση του υπόγειου νερού, ο υπόγειος ποταμός «Δράκος» λειτουργεί ως ανυψωτικός αγωγός, καθώς μεταβιβάζει το νερό από το βάθος των 37 μ. περίπου (όπου εντοπίζεται η καμινάδα που συνδέει τα δυο σπήλαια) στα – 10 μ., όπου εκφορτίζεται υπό μορφή υποθαλάσσιας πηγής.
Τόσο το σπήλαιο «Σελινίτσα», όσο κι ο ποταμός «Δράκος» αναπτύσσονται κατά μήκος νεοτεκτονικών ασυνεχειών, όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στα υδρογραφικά δίκτυα της ευρύτερης περιοχής των σπηλαίων. Η «Σελινίτσα» αναπτύσσεται κυρίως, σε διευθύνσεις ΒΒΔ – ΝΝΑ και λιγότερο σε Α –Δ, επηρεάζεται δηλαδή από τη ρηγματογόνο τεκτονική που άρχισε στο τέλος του Ολιγοκαίνου κι εντάθηκε κατά το Μειόκαινο (Μπασιάκος, 1993). Ενώ ο «Δράκος» εμφανίζει μια διαφορετική γεωμετρία διάνοιξης περασμάτων, καθώς ακολουθεί διευθύνσεις ΒΒΑ – ΝΝΔ και λιγότερο Α – Δ.
Αμφότερα τα σπήλαια ανήκουν στο δενδριτικό τύπο υπόγειων καρστικών μορφών, εφόσον το δίκτυο των περασμάτων τους αποκλίνει κατά την ανάντι κατεύθυνση. Όσων αφορά τη μορφή των περασμάτων, ο «Δράκος» παρουσιάζει αποκλειστικά φρεατικά περάσματα, ενώ η «Σελινίτσα» εμφανίζει τόσο φρεατικά, όσο και περάσματα κατεισδύσεως.
Το επίπεδο βάσεως της καρστικοποίησης στη χερσόνησο της Μάνης, βρίσκεται πιθανώς στα – 54 μ., όπου εντοπίζεται το μέγιστο βάθος ανάπτυξης του «Δράκου».
Εν κατακλείδι , το καρστ της χερσονήσου της Μάνης κατατάσσεται στον ανοιχτό προς τη θάλασσα, τύπο του καρστ, εφόσονδεν είναι γνωστό κάποιο στεγανό υπόβαθρο.
|